Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

Στις παραλίες του χειμώνα

Το τυχαίο μας χαρίζει καμιά φορά πράγματα πολύτιμα. Είναι όπως όταν περπατάς σε ερημική παραλία του χειμώνα, βυθισμένος στη σκέψη σου και ξαφνικά το μάτι πέφτει σε μικρό, ταπεινό κοχύλι, φθαρμένο πλην όμορφο, μισοχωμένο στην άμμο.




Διάβαζα σήμερα το doncat, το μπλογκ του Ν. Δήμου και σε ένα σχόλιο της paragraphos βρήκα υπότιτλο για το δικό μου μπλογκ. Παραθέτω το υπέροχο ποίημα ολόκληρο:


Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.


Σεφέρης

6 σχόλια:

. είπε...

Ίσως θα έπρεπε να παραθέσεις κι ένα άλλο του Νίκου Δήμου πάνω στο ίδιο θέμα αλλά πιο λιανό.


ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Θα ’ναι πρωί – την ώρα που φεύγω
από το σπίτι.

Ανακοπή στο πεζοδρόμιο.

Στην κλίνη ενός ιδρύματος. Διαδοχική αποσύνθεση
σε αργό γύρισμα.

Μπροστά σε ξένο κόσμο. θα με κοιτούν
και θα ντρέπομαι
που πεθαίνω.

Κουκκίδα στο ύπαιθρο. Μόνος, σαν το σκυλί
στ’ αμπέλι.

Από ατύχημα. Υπερβολική ταχύτητα ζωής.

Nύχτα, στην προέκταση του εφιάλτη.

Σε βαθύτατο γήρας. Στο άνθος της ηλικίας. Εν μέσω
φρικτών πόνων

Προγραμματισμένα: έχει δuο μήνες.

Αναπάντεχα: στη μέση μιας δουλειάς. Ή ενός
ποιήματος.

Μια στιγμή που νιώθεις καλά.

Από τότε που την πρωτοσκέφθηκα
με κατατρώγει ή ιδέα τού θανάτου.
Ιδιαίτερα με απασχολεί το πώς
και το πότε. (Το πού, σε δεύτερη μοίρα).

Μου είναι ανυπόφορη ή ιδέα της ασυνέχειας
της αιφνίδιας ασυνέχειας, που γίνεται ασυνέπεια.
Μια ζωή καταναγκαστικά τακτικός
πώς θ’ αφήσω τον εαυτό μου στη μέση;

Διαμαρτύρομαι έντονα για τη συσκότιση·
είναι δυνατόν να μας κρύβουν την πιο σημαντική,
τη στιγμή τής εξόδου. Αν ο βίος είναι έργο
πώς να το ιστορήσεις χωρίς πλαίσιο;

Πώς θα διαλέξεις ύφος και ρυθμό,
όταν δεν ξέρεις διάρκεια και τέλος;
Τι ωφελεί να χτίζεις αξιοπρέπεια
όταν σε περιμένουν περιττώματα και πύον;


Από πτώση μαρμάρου. Από βόμβα
(τυχαία χτυπήθηκε αθώος περαστικός).

Από τον δεuτερο σπασμό, την ώρα της εκσπερμάτωσης.

Από τέτανο (η ξεχασμένη αμυχή).

Από εγκλωβισμένη ένοχή.

Από λάθος. Από πάθος.

Από πνιγμό, σε ελάχιστο βάθος.


’Αν, καμία φορά, σκέφθηκα να αυτοκτονήσω,
ήταν για να καθορίσω ο ίδιος τους όρους
της εξόδου. Το πως, το πότε - ακόμα και το πού.

Η αίσθηση πως θα πεθάνω τυχαία, με κάνει να νιώθω
πως συμπτωματικά ζω. Συμπτωματικά δεν πέθανα ακόμα.
(Δεν ήρθε ο θρόμβος - δεν ξύπνησε ο όγκος).
Τι νόημα να δώσεις σε μια ζωή που το τέλος της
είναι συγκυρία;

Και πώς να υποτάξεις το άγχος που αναβλύζει αδιάκοπα
στην ιδέα τού άγνωστου, τού σκοτεινού, τού μαύρου,
στην ιδέα πως ποτέ δεν θα προλάβεις να γνωρίσεις
το Θάνατο σου ώστε να τον αντιμετωπίσεις
ή (έστω) να τον συνηθίσεις.

Αλέξης Χαρισιάδης είπε...

Ο ποιητής μιλάει για "φυγή" αλλά εννοεί θάνατο. Φαντάζομαι από κει προέκυψαν και τα "Εναλλακτικά Σενάρια Θανάτου" που έφερες κατά δω. Αλλά βέβαια υπάρχει η άλλη πλευρά, η αγάπη. Αυτό το δίπολο βγαίνει και ξαναβγαίνει, στην τέχνη, στη φιλοσοφία, στην ψυχοθεραπεία.

Sigmataf είπε...

Τόσο δυνατές οι λέξεις.
Τόσο δυνατό ποστ.

Ξεκινώντας να κάνω comment μπροστα στο πληκτρολόγιο μου έπεσε ένα κοχύλι.

Αλέξης Χαρισιάδης είπε...

Ευχαριστώ για το σχόλιο.

Ελπίζω να μην έσπασε το κοχύλι που έπεσε :)

Christophorus είπε...

Κι όπως είχε πει ο Κόλλιας Καββαδίας, αγαπητέ Αλέξη:

"Ξέχασα 'κείνο το μικρό κορίτσι από τ' Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα.
Τον έρωτα που αποτιμά σε ξύλινο χαμώι
και τη γριά που εμέτραε
με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεββάτια ξέχασα, τα σαραβαλιασμένα,
με τα λερά σεντόνια τους, τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου,
π ο υ έ δ ι ω χ ν ε τ ο φ ό β ο
τ ο υ θ α ν ά τ ο υ.

(Απόσπασμα από την "Πικρία" του Νίκου Καββαδία- το έχει μελοποιήσει υπέροχα ο Μικρούτσικος, αλλά στο δίσκο δεν τραγουδιούνται αυτές οι δύο, εξαίσιες και "πηγμένες" στο νόημα, πρώτες στροφές. Είναι το τελευταίο ποίημα που έγραψε - λίγες μέρες μετά ο θάνατος κατήγαγε μια νίκη επί του έρωτος και τον πήρε.)

Αλέξης Χαρισιάδης είπε...

@ Christophorus

Ως συνήθως, λίαν ευπρόσδεκτα τα δώρα σου. Δεν το ήξερα το ποίημα.