Σάββατο, Απριλίου 19, 2008

Die Walküre



Δεν ξέρω πως να σχολιάσω μια τέτοια μουσική. Ας πω απλώς πως με συγκινεί πολύ βαθιά. Φυσικά βοηθάει να έχει ακούσει κανείς όλο το έργο Die Walküre του Wagner, κατάληξη του οποίου είναι η σκηνή αυτή, όπου ο Βόταν αποχωρίζεται την αγαπημένη του κόρη.

Τις μέρες αυτές ακούω συνέχεια την όπερα αυτή από την τετραλογία του Βάγκνερ. Με άλλη όμως εκτέλεση από αυτή που βρήκα εδώ και την διάλεξα λόγω του Hans Hotter και της εκπληκτικής φωνής και ερμηνείας του.

Δευτέρα, Απριλίου 07, 2008

Τέσσερα στιγμιότυπα

"τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός"
Κώστας Καρυωτάκης


Έμοιαζε η έλευση σου τόσο με αποχώρηση που έμεινα ώρες να κοιτώ τον ουρανό απορημένος, την πτήση. Είχα έτσι κι αλλιώς χάσει εντελώς κάθε αίσθηση κατεύθυνσης. Υπήρχε μοναχά ένα βέλος, σαν να θυμάμαι. Μπορεί και όχι.





Η σκουριά είναι του μέλλοντος δε με φοβίζει περισσότερο από το θόρυβο των περασμένων λέξεων. Αυτών που μένουν κάτω, σωρός άχρηστων φθόγγων, χωρίς ζωή. Προσπάθησε να τις αναστήσεις, δεν μπορείς. Όπως δεν ανασταίνεται το δέντρο από τις στάχτες που μαζεύεις, αν παρακάμψεις την ταφή.




Στο χώμα πάλι πίσω για να ανθίσουν, ποτισμένα χρόνο, τα άνθη των στιγμών. Βυθίσου χωρίς αυταπάτες μέσα τους. Δεν θησαυρίζονται όσο κι αν σφίξεις τη γροθιά. Όσο και αν ουρλιάξεις. Ούτε και του ορίζοντα την έσω κόγχη ποτέ θα αγγίξεις. Και δε χρειάζεται.




Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον. Τότε και τώρα στις μέρες που πέρασαν και που θα έρθουν. Μιας δίκοπης καμπύλης εμείς ακούσιοι ταξιδευτές. Καρφώνοντας ελπίδες με κεριά που λιώνουν, στην άμμο.




Ευχαριστώ πολύ τον φίλο Χριστόφορο για την πρόσκληση στο σύντομο αυτό οδοιπορικό εικόνων και λέξεων.

Τετάρτη, Απριλίου 02, 2008

Στροφές Στροφάλων
















Ως υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.

Ανδρέας Εμπειρίκος
Ίκαρος 1997


Το ποίημα το γνώρισα μέσα από τη συναρπαστική, ηχογραφημένη ανάγνωση του ίδιου του ποιητή. Το αγαπώ ιδιαίτερα. Ας ξεχωρίσω τους τελευταίους στίχους

" Όπως δεν στέκουν τα χαράματα

Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε."

καθώς μεταφέρουν τόσο εύστοχα την ρευστότητα του βιώματος και εντέλει της ύπαρξης μας.