Η ποίηση του άδειου δωματίου
Στο άδειο δωμάτιο του Edward Hopper το φως μπαίνει χαμηλό και αργό, σαν μνήμη που δεν βρίσκει λέξεις. Ακουμπά τους τοίχους και μένει. Ο αέρας έχει βάθος. Σαν να πέρασε κάποιος και και ο απόηχος του παραμένει.
Ο χώρος ανοίγει προς τα μέσα. Οι γραμμές ησυχάζουν. Η ώρα απλώνεται χωρίς να μετριέται. Το δωμάτιο μένει μόνο του, όχι εγκαταλελειμμένο, αλλά διαθέσιμο. Σαν να περιμένει κάτι που δεν χρειάζεται να συμβεί.
Μέσα σε αυτή την ακινησία υπάρχει μια λεπτή τάξη. Μια ανάπαυση πριν από τον θόρυβο. Μια σιωπή που δεν εξηγείται και δεν ζητά τίποτα.
Η ματιά του Edward Hopper αφήνει τον θεατή εκτεθειμένο μέσα στον χώρο. Το βλέμμα δεν βρίσκει πού να ακουμπήσει. Δεν υπάρχει κέντρο, ούτε πρόσωπο που να απορροφήσει την ένταση. Το φως πέφτει επίπεδα, χωρίς δραματισμό, και οι γραμμές μένουν ακίνητες. Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει λίγο πριν ή λίγο μετά από κάτι που δεν θα μάθουμε.
Μέσα σε αυτή την ακινησία ο θεατής γίνεται αισθητός στον εαυτό του. Η σιωπή δεν γεμίζει. Παραμένει. Και αυτή η παραμονή δημιουργεί μια λεπτή αμηχανία, σαν να στέκεσαι σε έναν χώρο όπου δεν σου ζητήθηκε να μπεις, αλλά βρέθηκες ήδη εκεί.
Εκεί ξαφνικά θυμάσαι οτι υπάρχεις! Να η αμηχανία, να το αιφνίδιο γύρισμα ξανά στην ύπαρξη μας.
Σχόλια