Στο δρόμο της επιστροφής, όλο και πιο συχνά συναντούσα, ξεχασμένους θησαυρούς. Ήταν φαίνεται αόρατοι για τους περαστικούς καθώς βάδιζαν βιαστικά στο μέλλον τους. "Τι είναι οι αιώνες μπροστά στη στιγμή που δύο όντα αισθάνονται αλλήλους και πλησιάζουν το ένα το άλλο;" Ανάμεσα σε χώμα και σκόνη τα μάζευα με προσοχή και τα καθάριζα με τα δάχτυλα μου, σαν τελετή. "Μιά φορά το είδα το μοναδικό που γύρευε η ψυχή μου, και την τελειότητα που την τοποθετούμε πέρα από τ΄άστρα, που την αναβάλλουμε ως το τέλος του χρόνου, την αισθανόμουνα παρούσα." Ποιός γράφει τέτοια λόγια κι αντέχει τον κόσμο, σκέφτηκα. Ή ίσως τον αντέχει επειδή μπορεί και γράφει τέτοια λόγια. Συνέχισα το ταξίδι μου. "... με κοιτάζει με μιά χαρούμενη άπειρη έκπληξη, σαν να κοιτούσε τούτη τη στιγμή πρώτη φορά τον κόσμο." Στάθηκα και κοίταξα τον κόσμο. Πάντα για πρώτη φορά είπα κι έκανα να το νιώσω. "κανένας κόπος των ανθρώπων δεν είναι μάταιος" Άκουγα με πίστη. Κανένας κό...